βαλανίζω

βᾰλᾰν-ίζω δρῦν,
A shake acorns from the oak, hence as prov. answer to beggars,

ἄλλην δρῦν βαλάνιζε AP11.417

, Zen. 2.41, etc.
II (

βάλανος 11.6

) β. τινά administer a suppository to him, Hp. ap.
Poll.10.150.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαλανίζω — (Α) [βάλανος] 1. σείω τη βαλανίδια και μαζεύω τα βαλανίδια 2. βάζω σε ασθενή καθαρτική βάλανο* …   Dictionary of Greek

  • βαλανίσαι — βαλανίζω shake acorns from aor inf act βαλανίσαῑ , βαλανίζω shake acorns from aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλάνιζε — βαλανίζω shake acorns from pres imperat act 2nd sg βαλανίζω shake acorns from imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάλανος — (balanus). Γένος θυσανοπόδων μαλακίων της οικογένειας των βαλανιδών. Ζουν κολλημένα στους βράχους ή επάνω σε όστρακα διαφόρων μαλακίων, σε όλες τις θάλασσες, ακόμη και στις λιμνοθάλασσες. Ορισμένα είδη βρίσκονται και στις ελληνικές ακτές. Συνήθως …   Dictionary of Greek

  • βαλάνισσα — bathing woman fem nom/voc sg βαλανίζω shake acorns from aor ind act 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.